Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αξιναρέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αξιναρέα Προφορά: αξιναρέα
  1. τσεκουριά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. χτύπημα με το τσεκούρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. τσεκουριά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ν’ αϊλί εκείνο το δεντρόν ντο τρώει αξιναρέαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια