Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αντρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αντρίζω Προφορά: αντρίζω
  1. παντρεύομαι παίρνω άντρα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. παντρεύομαι (για γυναίκα) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. παντρεύομαι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Σχόλιο:
    επί γυναικών

    Προέλευση:
    από το αττικό ανδρίζω αλλά με την έννοια του καθιστώ τινά, άνδρα
    < συγχωρεί κώμος και γυναικί ανδρίζεσθαι- Φιλόστρατου, Εικόνες>

    Χρόνοι:
    Παρατατικός έντριζα
    Μέλλοντας θα αντρίζω
    Αόριστος έντρισα

    Προστακτική:
    άντρισον!

    Παράδειγμα:
    Άντρισον ας ησυχάζουμε!

Παρατηρήσεις - Σχόλια