Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
αδράχτ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αδράχτ
Προφορά: αδράχτ
ξύλινο εργαλείο με το οποίο έξαιναν το μαλλί
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
αδραχτερό (το)
αδραχτερόν (το)
Ιδιωματική Εκδοχή
αρδάχτ (το)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: αδράχτιν / αδράχτ'
Πληθυντικός: αδράχτα̤
Παρατηρήσεις - Σχόλια