Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γούμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γούμ' Προφορά: γούμ
  1. άμμος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Με το κιρά̤τσ̌' ταράζ’νε και γούμ’.

    Υποκοριστικό:
    γουμόπον

    Παράγωγο:
    γουμά̤ρ' (που έχει πολλή άμμο)

  2. άμμος Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια