Χρήση ποιητική
Παραδείγματα: 1) Με τοι πολλούς έφυγα 'γω σ' έναν άνοικον όρος. 2) Εννά̤ χρόνους παράτεσεν κι ο μικρό μ' σ' άνοικ' όρη.
Προέλευση: από το αρχαίο επίθετο άνοικος
Αρσενικό: Ενικός: άνοικος Πληθυντικός: άνοικοι
Θηλυκό: Ενικός: άνοικος Πληθυντικός: άνοικοι
Ουδέτερο: Ενικός: άνοικον Πληθυντικός: άνοικα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο κυρίως στο ουδέτερο, όπως δίνεται και το λήμμα.