Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

άνοικος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. άνοικος , 2. άνοικον (το) Προφορά: άνοικος
  1. ακατοίκητο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση ποιητική

    Παραδείγματα:
    1) Με τοι πολλούς έφυγα 'γω σ' έναν άνοικον όρος.
    2) Εννά̤ χρόνους παράτεσεν κι ο μικρό μ' σ' άνοικ' όρη.

  2. έρημος, ακατοίκητος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. αυτός που δεν έχει σπίτι, οικογένεια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο επίθετο άνοικος

Παρατηρήσεις - Σχόλια