Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αγροτερίδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αγροτερίδ , 2. αγρο̤τερίδ Προφορά: 1. αγροτερίδ , 2. αγρεοτερίδ
  1. μέρος που αγριεύεται κανείς μόνος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. σκιάχτρο Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια