Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγροτέρεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αγροτέρεμαν Προφορά: αγροτέρεμαν
  1. η άγρια ματιά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. αγριοκοίταγμα βλοσυρό βλέμμα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια