Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσίρια (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσίρα̤ Προφορά: τσίρια
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    φρούτα που ξηραίνονταν και χρησιμοποιούνταν για παρασκευή κομπόστας (μηλότσιρα, απιδότσιρα, απο ροδάκινα γαράμσ̌ια, κοκκύμελα, βερίκοκα, δαμάσκηνα)

    Ιδίωμα:
    Σάντας

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    αποξηραμένοι καρποί φρούτων, χρησιμοποιούμενοι συνήθως για κομπόστα

Παρατηρήσεις - Σχόλια