Επιπλέον ερμηνείες: κόβω το μέρος του φορέματος που είναι γύρω από το λαιμό, με το κόψιμο δίνω το σχήμα του λαιμού
Παράγωγο: γουλοκόψιμον
Ενεστώτας: γουλοκόφτω Παρατατικός: εγουλοκόφτεινα / εγουλοκόφτ'να / εγουλοκόφ'να Μέλλοντας: θα γουλοκόφτω Αόριστος: εγουλόκοψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.