ανάσκαμμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ανάσκαμμαν
Προφορά: ανάσκαμμαν
-
βρισιά
βλασφημία νεκρού
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
βρισιά
η κατά του νεκρού βλασφημία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης