Βλ. λ. γουλέας
Αρσενικό: Ενικός: χοντρογούλης / χοντρογούλ'ς / χοντρογούλτς Πληθυντικός: χοντρογούλ'
Θηλυκό: Ενικός: χοντρογούλαινα Πληθυντικός: χοντρογούλ'
Ουδέτερο: Ενικός: χοντρογούλ'κον Πληθυντικός: χοντρογούλ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.