Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ατσίκ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ατσίκ'
Προφορά: ατσίκ
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ερμηνεία:
ψωμί από παγωμένο σιτάρι
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
ατσικιάρ (το)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: ατσίκιν / ατσίκ'
Πληθυντικός: ατσίκια / ατσίκα̤
Παρατηρήσεις - Σχόλια