Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγκάλεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αγκάλεμαν Προφορά: αγκάλεμαν
  1. προδοσία, μαρτύρημα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. καταγγελία, μήνυση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα εγκαλώ

Παρατηρήσεις - Σχόλια