αγγείον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αγγείον
Προφορά: αγγείον
-
το μουσικό όργανο άσκαυλος, γκάιντα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
γκάϊντα
πνευστό μουσικό όργανο άσκαυλος
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη