Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγάπεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αγάπεμαν Προφορά: αγάπεμαν
  1. αγάπη, στοργή Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. αγάπη στοργική διάθεση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια