χιλεμπάλιστος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. χͮιλεμπάλιστος , 2. χͮιλεμπάλλιστος
Προφορά: σιλεμπάλιστος
-
χιλιομπαλωμένος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
1) αυτός που φοράει ρούχα χιλιομπαλωμένα
2) αυτός που έχει πολλά μπαλώματα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης