Παθητική φωνή :
ανακατεύκουμαι = ανακατεύομαι
Ενεστώτας: ανακατεύω Παρατατικός: ανακάτευα, ενεκάτευα Μέλλοντας: θα ανακατεύω Αόριστος: ανακάτεψα, ενεκάτεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.