Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γελαστέας (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γελαστέας Προφορά: γελαστέας
  1. ο γελαστός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    αυτός που γελά συχνά

Παρατηρήσεις - Σχόλια