Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουσκουντέρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κουσ̌κουντέρα Προφορά: κουσκουντέρα
  1. ανδρείκελο που σε περίοδο ανομβρίας περιφερόταν από παιδιά στα σπίτια του χωριού και καταβρέχονταν από τους ενοίκους Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    κουσκουντούρα πορπατεί τον θεόν παρακαλεί για να ρίξει μια βροχή (μια βροχή δυνατή για να οργώσουν τα χωράφια και να σπείρουν τα σιτάρια)

  2. σκιάχτρο Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια