Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσορίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσορίν Προφορά: τσορίν
  1. έλος, τέλμα πηγή που μόλις αναβλύζει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Τσίτης

    Παράδειγμα:
    Επεκεί εντώκαν σο τσορίν κιάν κι εξέβαν ση νερού το κιφάλ’.

  2. έλος στάσιμο νερό Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια