Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουντουρές [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κουντουρέσ̌' Προφορά: κουντουρές
  1. αυτό που γίνεται ή γεννιέται τον Φεβρουάριο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια