κουκαράς (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κουκαράς
Προφορά: κουκαράς
-
κρεμμύδι με μαυρισμένα μάτια καψαλισμένα ριζίδια, με εφτά φτερά όσες και οι ημέρες της εβδομάδας της Μ. Σαρακοστής, που λειτουργούσε ως φόβητρο των παιδιών για να νηστέψουν
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης