Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουκαράς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κουκαράς Προφορά: κουκαράς
  1. κρεμμύδι με μαυρισμένα μάτια καψαλισμένα ριζίδια, με εφτά φτερά όσες και οι ημέρες της εβδομάδας της Μ. Σαρακοστής, που λειτουργούσε ως φόβητρο των παιδιών για να νηστέψουν Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια