Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοτύλα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κοτύλα Προφορά: κοτύλα
  1. η κορυφή του κρόταφου Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    Τσαφίεται (κνέσ̌κεται) η κοτύλα τ’. (έκφραση, όταν κάποιος με τα λόγια του προκαλεί)

  2. κοτύλη, σβέρκος κοίλωμα στο πίσω μέρος του κεφαλιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό κοτύλη

  3. σβέρκο νωτιαίο άκρο του κρανίου Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο κοτύλη που σημαίνει κοιλότητα-μέτρον υγρών0, αρθρική κοιλότητα οστού οπού η σφαιρική περιοχή του άλλου.

    Γενική: τη κοτύλας
    Αιτιατική: την κοτύλαν

    Παράδειγμα:
    Αν ελέπ’ς την κοτύλα σ’ θα ελέπ’ς και την αγάπη μ’ = αν δεις τον σβέρκο σου θα δεις και την αγάπη μου

    Αναφορά:
    Τω βάλεν Αινειάο... κατ’ ισχίον ένθα μηρός ενστρέφεται, κοτύλην δε τε μιν καλέουσιν... - μ’ αυτήν έβαλε κατά του Αινεία στο ισχύο, εκεί που γυρίζει το κόκκαλο του στ’ άλλο και το λένε κοτύλη- (Ιλιάδα Ε 306)

Παρατηρήσεις - Σχόλια