Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
Τσαφίεται (κνέσ̌κεται) η κοτύλα τ’. (έκφραση, όταν κάποιος με τα λόγια του προκαλεί)
Προέλευση:
από το αρχαίο ουσιαστικό κοτύλη
Προέλευση:
από το αρχαίο κοτύλη που σημαίνει κοιλότητα-μέτρον υγρών0, αρθρική κοιλότητα οστού οπού η σφαιρική περιοχή του άλλου.
Γενική: τη κοτύλας
Αιτιατική: την κοτύλαν
Παράδειγμα:
Αν ελέπ’ς την κοτύλα σ’ θα ελέπ’ς και την αγάπη μ’ = αν δεις τον σβέρκο σου θα δεις και την αγάπη μου
Αναφορά:
Τω βάλεν Αινειάο... κατ’ ισχίον ένθα μηρός ενστρέφεται, κοτύλην δε τε μιν καλέουσιν... - μ’ αυτήν έβαλε κατά του Αινεία στο ισχύο, εκεί που γυρίζει το κόκκαλο του στ’ άλλο και το λένε κοτύλη- (Ιλιάδα Ε 306)