Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δαφεγγίζ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: δα̤φεγγίζ' Προφορά: δεαφεγγίζ
  1. διαφεγγίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    με δυσκολία διακρίνω φως

    Προέλευση:
    από το παλαιό αμάρτυρο διαφεγγίζω

    Ιδίωμα:
    Άδισσας

Παρατηρήσεις - Σχόλια