Επιπλέον Ερμηνεία: με δυσκολία διακρίνω φως
Προέλευση: από το παλαιό αμάρτυρο διαφεγγίζω
Ιδίωμα: Άδισσας
Ενεστώτας: δα̤φεγγίζ' Παρατατικός: εδα̤φέγγιζεν Μέλλοντας: θα δα̤φεγγίζ' Αόριστος: εδα̤φέγγιξεν
Σχόλιο: γ' εν. Οριστικής Ενεστώτα, του ρημ. "δα̤φεγγίζω", εύχρηστο ως τριτοπρόσωπο, λόγω σημασιολογίας.