-
κατουριάρης, φοβιτσιάρης (συνεκδοχικά)
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
κατρουλής, κατουρλιάρης
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
κατρουλής
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
κατουρλιάρης, δειλός (μεταφορικά)
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου