Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αμόναστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αμόναστος Προφορά: αμόναστος
  1. για νεκρό, εκείνος που ετάφη αυθημερόν Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. 1) εκείνος που δεν τον δέχτηκε κανείς στο σπίτι του για διανυκτέρευση 2) για νεκρό, αυτός που τάφηκε αυθημερόν και όχι την επόμενη του θανάτου του Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια