Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαϊνλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χαϊνλαεύω Προφορά: χαϊνλαεύω
  1. γίνομαι σκληρός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ας σον πόλεμον και ύστερα αρθώπ’ εχαϊνλάεψαν.

    Ομμόριζα - Παράγωγα:
    χαϊνλούχ (σκληρότητα)
    χαϊνωτός (ολίγο σκληρός)
    χαΐνκα (σκληρά)

Παρατηρήσεις - Σχόλια