Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαϊλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χαϊλαεύω Προφορά: χαϊλαεύω
  1. απλώνω ξύλο ή άλλο πράγμα για να χτυπήσω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ομμόριζο - Παράγωγο:
    χαϊλάεμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια