Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαβέκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαβέκα Προφορά: χαβέκα
  1. κεφαλόδεσμος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

    Παράδειγμα:
    Η Παρθενίτσα εντώκεν κι εσέγκεν τη χαβέκαν ατ’ς.

  2. ταινία από ύφασμα που συγκρατεί το γυναικείο κάλυμμα του κεφαλιού, την τάπλα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια