Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φωλεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: φωλεύω Προφορά: φωλεύω
  1. εμφωλεύω, εγκαθίσταμαι κάνω φωλιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Απάν’ του κόσμου τα πουλά̤ εκεί πάνε φωλεύ’νε. (κάνω φωλιά)
    2) Κι όσα σαΐτας σύρκουνταν σην κάρδα̤ σ’ να φωλεύ’νε. (καρφώνομαι)
    3) Τρανόν σεβτάν εφώλεψεν αδαπέσ’ σο καρδόπο μ’. (εμφωλεύω, εγκαθίσταμαι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια