Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φυάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: φυάζω Προφορά: φυάζω
  1. 1) φυγαδάζω (Ιδίωμα: Κρώμνης) 2) αφήνω την πορδήν να φύγει, κλάνω (Ιδίωμα: Σαντάς) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Ελέπ’σε ο Κυριάκον και φυάζ’νε σε. (φυγαδάζω)
    2) Εσπίχκουτουν κ’ εφύσανεν τ’ άψιμον και αναχάπαρα εφύαξεν ατό. (αφήνω την πορδήν να φύγει, κλάνω)

Παρατηρήσεις - Σχόλια