Προέλευση:
από το ιωνικό γαληνής, γαληνός με αυτήν την έννοια
< πρός όρμον γαληνόν με ίθυνον ήσθα και φιλοικτίρμων αείστους ξένους νάσαι πάντα ήρεμος και πονεσιάρης- Ευρυπίδη Ιφιγένεια εν Ταύροις 355>
ο γαλενός, η γαλενή και γαλενέσα, το γαλενόν
Παράδειγμα:
« Θα έρχουμαι κι' ευρίκω σε σά γαλενά τ' ορμία - θα 'ρθω να σε συναντήσω στις ήρεμες ακρογιαλιές.»