Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βώκος (ο) [Επίθετο, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βώκος Προφορά: βώκος
  1. ανόητος, μωρός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. χοντράνθρωπος, αδαής, τσομπάνος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το ιωνικό βούκος και βουκόλος
    < Η Κάλας άμμε ποών ελελάθει βούκος αοιδός - Θεοκρίτου Ειδύλλια 10-38>

    Πτώσεις:
    ονομαστική ο βώκος και βώκον
    γενική τοι βώκου και βώκονος
    αιτιατική τον βώκον

    Παράδειγμα:
    « Βώκος έσ' νε, βώκος επέμ'νες! Τσοπάνος ήσουν κι απόμεινες!»

Παρατηρήσεις - Σχόλια