Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

προσύφ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: προσύφ' Προφορά: προσύφ
  1. το νήμα που είναι έτοιμο να μπει στον αργαλειό Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια