προζυμερόν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: προζυμερόν
Προφορά: προζυμερόν
-
ξύλινο ή πήλινο δοχείο ή πιάτο στο οποίο ετοίμαζαν το προζύμι
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
δοχείο όπου φυλάγεται το προζύμι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης