Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

προζυμερόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: προζυμερόν Προφορά: προζυμερόν
  1. ξύλινο ή πήλινο δοχείο ή πιάτο στο οποίο ετοίμαζαν το προζύμι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. δοχείο όπου φυλάγεται το προζύμι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια