Προέλευση: από τον αόριστο του ρήματος βελονιάζω
Ενεστώτας: βελονιάζω Παρατατικός: εβελονίαζα Μέλλοντας: θα βελονιάζω Αόριστος: εβελονίασα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.