Ερμηνεία:
αμφίβολη κατάσταση
(τροπ. επιρρ.)
Ερμηνεία:
σε αμφίβολη κατάσταση
δίχωτος - δίχα
Προέλευση:
από το αρχαίο δίχα
< Ένθα δύο πόλιες, δίχα δέ σφίσι πάντα δέδασται- όπου δύο πολιτείες, εκεί όλα στα δύο μοιάζουνε- Οδύσσειας Ο 412>
< Μαθήσεται όσον το άρχειν και δουλεύειν δίχα- Αισχύλου, Προμηθέας 927>
Παράδειγμα:
« Σα δίχωτα πας ατο!» ( Τα λες διφορούμενα!)