Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δίχωτα [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: δίχωτα Προφορά: δίχωτα
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    αμφίβολη κατάσταση
    (τροπ. επιρρ.)

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    σε αμφίβολη κατάσταση

    δίχωτος - δίχα

  3. διχασμένα, διφορούμενα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο δίχα
    < Ένθα δύο πόλιες, δίχα δέ σφίσι πάντα δέδασται- όπου δύο πολιτείες, εκεί όλα στα δύο μοιάζουνε- Οδύσσειας Ο 412>
    < Μαθήσεται όσον το άρχειν και δουλεύειν δίχα- Αισχύλου, Προμηθέας 927>

    Παράδειγμα:
    « Σα δίχωτα πας ατο!» ( Τα λες διφορούμενα!)

  4. διχασμένα είναι δίλημμα Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια