Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δικοπορώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: δικοπορώ Προφορά: δικοπορώ
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    1) υπερισχύω του αντιδίκου
    2) βοηθώ κάποιον για να μη στερηθεί τα αναγκαία

Παρατηρήσεις - Σχόλια