παζιρκιάνος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: πα̤ζιρκι͜άνος
Προφορά: πεαζιρκιάνος
-
τσ̌αμπάζης
1) κάτοχος καραβανιού από πολλά ζώα
2) μεσίτης αγοραπωλησίας σκλάβων
3) αντιπρόσωπος της Τουρκικής Κυβερνήσεως για το παιδομάζωμα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)