Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κιαζίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κιαζίν Προφορά: κιαζίν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ύφασμα μεταξωβάμβακο με χρωματιστές ραβδώσεις

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη gezi

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Εσείς ξάν’ δόστ’ α̤τεν έναν κι αζίν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια