1) κάνω κάτι πιο κοντό
2) γίνομαι κοντόςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
1) Μη κοντύ'τζ το ζώσ̌κοινον τη μουσκαρί', θα φουρκίεται. (κάνω κάτι πιο κοντό)
2) Μάκρυνεν και γάϊδαρος, κόντυναν τα ρούχα του. (γίνομαι κοντός, Ιδίωμα: Σινώπης)
3) Θα κοντύν' η γούλα τ'. (θα σφαγεί)
αποκεφαλίζω (μεταφορικά)κάνω κάτι κοντό αφαιρώντας μέρος του μήκουςΠηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
λιγοστεύω1) κάνω κάτι κοντό
2) γίνομαι κοντόςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης