Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοντές (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κοντέσ̌' Προφορά: κοντές
  1. είδος ανδρικού γιλέκου κοντού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Νικοπόλεως

  2. γυναικείο ως τη μέση πανωφόρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. κοντό γυναικείο φόρεμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το επίθετο κοντός

Παρατηρήσεις - Σχόλια