Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κονάκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κονάκ' Προφορά: κονάκ
  1. μέγαρο σπίτι του αγά κ.λ.π Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Έρθαν εκόνεψαν σο κονάκ'.

  2. μεγαλοπρεπής κατοικία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. σταθμός, κατάλυμα, μέγαρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    τουρκική, από την τουρκική λέξη konak

    κονάκ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια