Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κρύον (ο) [Ουσιαστικό, Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: κρύον Προφορά: κρύον
  1. ψύχρα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. ψύχος 1) ψυχρός, αδιάφορος (για ανθρώπο) 2) φυσικός, πραγματικός (για πράγματα) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια