Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ισμάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ισ̌μάρ' Προφορά: ισμάρ
  1. νόημα, σημάδι, σινιάλο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια