Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κομμενόχρονος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: κομμενόχρονος Προφορά: κομμενόχρονος
  1. είθε να κοπούν τα χρόνια του Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τ’ εμέτερον το κομμενόχρονον χαρτίν ’κι ανοί’.

  2. εκείνος που μακάρι να του κοπούν τα χρόνια Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. ολιγοζώιτος αυτός που είθε να είχε κομμένα χρόνια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Σχόλιο:
    επί κατάρας

Παρατηρήσεις - Σχόλια