κοτσαγκέλ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. κοτσαγκέλ' , 2. κοτσαγγέλλ'
Προφορά: κοτσαγκέλ
-
ιδιαίτερος χορός που χόρευαν στο τέλος του γάμου (Δευτέρα) γυρίζοντας τα συγγενικά σπίτια
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
χορός
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
είδος χορού συρτού που χορεύεται σε γάμο από πολλούς άνδρες και γυναίκες όχι κυκλικά αλλά σε ευθεία γραμμή
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης