Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κολλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κολλίζω Προφορά: κολλίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Ερμηνείες:
    1) Κολλίζω τη φωτίαν. (ανάβω)
    2) Εκόλ'τσες τ' οσπιτό μ'.
    3) Εκολλίγα κ' εχάθα (προξενώ ζημίαν, καταστρέφω)
    4) 'Κ' εκόλλ'τσεν το γάλαν, κρύον έτον. (πήζω)
    5) Ατόν Πορφύρ' κολλίστ' ατον, ατόν Πορφύρην πέτεν. (ονομάζω)
    6) Κολλίζ' ατο σό ζόρι μ' / σην ανάγκη μ' / σο είδος. (δεν το έχω ανάγκην, δεν λογαρίαζω)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ρήμα κολλώ = συγκολλώ

  2. 1) βάζω φωτιά 2) ονομάζω κάτι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Τ'όνεμαν ατ' εκόλλτσαν Κώστη.

  3. κολλώ, συγκολλώ, ανάβω, καίω, πυροπολώ 1) πήζω το γάλα με μαγιά για να γίνει γιαούρτι 2) βάζω νεογνό για να θηλάσει 3) δίνω όνομα κατά τη βάφτιση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια