Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

παθεμένος (ο) [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: παθεμένος Προφορά: παθεμένος
  1. 1) αυτός που έπαθε κάτι 2) ο άρρωστος στο μυαλό (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια