αβρούλιστος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: αβρούλιστος
Προφορά: αβρούλιστος
-
άφλεκτος
αυτός που δεν κάηκε
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
άφλεκτος
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη